Runaway – A Road Adventure

Το 2001 ήταν ενδιαφέρουσα χρονιά από όλες τις απόψεις. Είτε μιλάμε για την επικαιρότητα, είτε για τον κινηματογράφο, είτε για τα βιντεοπαιχνίδια. Όσο για το αγαπημένο μου είδος των adventures, παρότι το ζενίθ της δημοτικότητάς τους είχε ήδη παρέλθει, σίγουρα δεν ήταν ακόμη τόσο underground όσο είναι σήμερα. Κι ενώ οι καθιερωμένες εταιρείες του πάλαι ποτέ δημοφιλέστερου είδους βιντεοπαιχνιδιών πάσχιζαν ανεπιτυχώς να αξιοποιήσουν τις νέες τεχνικές δυνατότητες που τους παρείχαν οι σύγχρονοι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, έσκασαν ξαφνικά σαν κεραυνός εν αιθρία οι Ισπανοί της Pendulo Studios «to show them how it’s done” που λένε και οι Αμερικάνοι. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.

Αν μη τι άλλο δεν τη λες βαρετή τη χρονιά που κυκλοφόρησε το Runaway.

Το Runaway είναι ένα point ‘n click graphic adventure που κυκλοφόρησε το 2001 για Windows PC. Πρωταγωνιστής του παιχνιδιού είναι ο 20χρονος Νεοϋορκέζος φοιτητής, Μπράιαν Μπάσκο. Ο Μπράιαν έχει μόλις γίνει δεκτός στο περίβλεπτο πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνια και ετοιμάζει τα μπαγκάζια του για το μακρύ ταξίδι από την Ανατολική στη Δυτική ακτή των ΗΠΑ. Πριν φύγει, όμως, αποφασίζει να περάσει πρώτα από ένα βιβλιοπωλείο για να παραλάβει ένα βιβλίο. Η απόφασή του αυτή θα αλλάξει τη ζωή του για πάντα, αφού ενώ οδηγεί αμέριμνος θα πεταχτεί μπροστά του μία νεαρή κοπέλα, την οποία δεν θα προλάβει να αποφύγει.

Στο νοσοκομείο, ο Μπράιαν μαθαίνει ότι η κοπέλα λέγεται Τζίνα και ότι ο λόγος που πετάχτηκε έτσι άξαφνα στον δρόμο ήταν ότι  έτρεχε να ξεφύγει από κάτι μαφιόζους που την κυνηγούσαν. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, οι διώκτες της απήγαγαν και ανέκριναν τον πατέρα της, ο οποίος δούλευε σε ένα άκρως απόρρητο κρατικό πρότζεκτ. Οι μπράβοι τους, όμως, τον σκότωσαν πριν τους αποκαλύψει τα μυστικά του. Βλέποντας τον ίδιο της τον πατέρα να δολοφονείται μπροστά στα μάτια της, η Τζίνα δεν μπόρεσε να πνίξει μια κραυγή, με αποτέλεσμα να γίνει αντιληπτή από τους γκάνγκστερ που την πήραν στο κατόπι.

Η Τζίνα εξομολογείται στον Μπράιαν ότι πριν τον πιάσουν οι μαφιόζοι, ο πατέρας της πρόλαβε να της δώσει έναν περίεργο σταυρό, προειδοποιώντας τη να τον φυλάει σαν τα μάτια της. Χρησιμοποιώντας ένα μίγμα ψυχολογικού εκβιασμού και πατροπαράδοτης θηλυκής σαγήνης, η Τζίνα πείθει τον Μπράιαν να τη βοηθήσει να αποκαλύψει το τρομερό μυστικό που στοίχισε τη ζωή του πατέρα της.

Μπορεί μια στιγμή να αλλάξει για πάντα τη ζωή μας; Ο Μπράιαν σίγουρα θα σας έλεγε “ναι”.

Το σενάριο του παιχνιδιού είναι ένα κράμα των κινηματογραφικών ειδών φιλμ νουάρ και road trip. Άλλωστε οι ίδιοι οι δημιουργοί του έχουν παραδεχθεί ότι βασικές επιρροές τους όταν το σχεδίαζαν ήταν ταινίες όπως το Pulp Fiction και το Raising Arizona. Στο Runaway ενσωματώνονται όλα τα στοιχεία των προαναφερθέντων ειδών. Φαμ φατάλ, μυστήριο, έγκλημα, ανατροπές, ερημικές τοποθεσίες κλπ κλπ.

Αυτό που διαφοροποιεί, όμως, το Runaway από αντίστοιχες υλοποιήσεις, είναι ότι με κάποιον περίεργο τρόπο καταφέρνει να ρίξει στο μίγμα διάφορα στοιχεία που φαινομενικά δεν έχουν θέση σε ένα φιλμ νουάρ. Το πιο προφανές εξ αυτών είναι ο ίδιος ο πρωταγωνιστής, ο οποίος απέχει παρασάγγας από το πρότυπο που καθιέρωσε ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Αλλά και σχεδόν όλοι οι υποστηρικτικοί χαρακτήρες είναι από υπέρμετρα γραφικοί μέχρι… σουρεάλ, προσδίδοντας στο παιχνίδι τον μοναδικό του χαρακτήρα.

Δεν θα σας αδικήσω αν δεν σας φέρνει ο Μπράιαν σε πρωταγωνιστή φιλμ νουάρ.

Τα δύο βασικά συστατικά ενός adventure είναι το σενάριο και οι γρίφοι. Γι’ αυτό και δεν συγκαταλέγω σε αυτά παιχνίδια όπως π.χ. το Myst, τα οποία κατ’ εμέ αποτελούν περισσότερο μία συλλογή γρίφων που τους συνδέει αόριστα ένα γενικό concept, παρά μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Ευτυχώς, το Runaway διαπρέπει στο πρώτο αυτό συστατικό, πατώντας γερά σε μια απλή ιδέα και διανθίζοντάς τη «τόσο όσο», ώστε να μη χάνεται ο παίκτης σε έναν «τομ-κλανσικό» λαβύρινθο από άσχετα πρόσωπα και καταστάσεις που δεν εξυπηρετούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστορία.

Αρκεί, λοιπόν, να ακολουθεί κατά πόδας και το δεύτερο συστατικό για να έχουμε στα χέρια μας ένα πραγματικό αριστούργημα του είδους. Δυστυχώς, εδώ οι σχεδιαστές της Pendulo αποδείχθηκαν υπερβολικά… ευφάνταστοι. Το παιχνίδι γενικά θυμίζει «μετά Χριστόν προφήτη», αφού σε πολλές περιπτώσεις οι λύσεις των γρίφων φαντάζουν λογικές μόνο αφού τους λύσουμε, περισσότερο μέσω trial and error παρά μέσω λογικής σκέψης. Κι επειδή αρκετοί εξ αυτών χρειάζονται μία αλληλουχία δέκα και πλέον ενεργειών για να λυθούν, ειδικά στην αρχή είναι πραγματικά δύσκολο να καταλάβουμε τι είχαν κατά νου οι σχεδιαστές τους.

Αυτό δεν είναι τόσο πρόβλημα στις δύο πρώτες περιοχές του παιχνιδιού, δηλαδή στο νοσοκομείο και στο μουσείο, αφού είναι αρκετά μικρές και οι επιλογές μας είναι ούτως ή άλλως περιορισμένες. Αφού, όμως, φτάσουμε στην έρημο, τα πράγματα ζορίζουν αρκετά, καθώς έχουμε πάνω από δέκα υπο-περιοχές να εξερευνήσουμε, με τους χαρακτήρες και τα αντικείμενα με τα οποία μπορούμε να αλληλεπιδράσουμε να αφθονούν. Την κατάσταση δεν βοηθά καθόλου η έλλειψη show hotspots λειτουργίας. Σε συνδυασμό με τα λεπτομερέστατα και βαρυφορτωμένα backgrounds, πολλές φορές το να ξεχωρίσουμε τα αντικείμενα με τα οποία μπορούμε να αλληλεπιδράσουμε απαιτεί πολλή υπομονή και pixel hunting για γερά νεύρα.

Την πρώτη φορά που έπαιξα το παιχνίδι είχα περάσει άπειρες ώρες χαζεύοντας αυτή την οθόνη, προσπαθώντας να καταλάω τι μου διέφευγε.

Όταν είχα πρωτοπαίξει το παιχνίδι πίσω στο μακρινό 2001 δεν ήμουν ο έμπειρος adventurer που είμαι τώρα, οπότε από ένα σημείο και μετά είχα υποκύψει στον πειρασμό της γνωστής λύσης απελπισίας «δοκίμασε τα πάντα με τα πάντα». Μια διαδικασία που πέρα από κουραστική, εκνευριστική και βαρετή, μπορεί να σκοτώσει τάχιστα το όποιο ενδιαφέρον του παίχτη για την ιστορία και το παιχνίδι εν γένει.

Ευτυχώς, η εμπειρία που έχω αποκομίσει έκτοτε με έχει κάνει να αντιμετωπίζω με μεγαλύτερη υπομονή τέτοια κολλήματα και να μην αποπροσανατολίζομαι. Για όσους τυχόν θελήσετε να παίξετε το παιχνίδι μετά από αυτή την παρουσίαση, σας συστήνω όσο πιο έντονα μπορώ να διατηρείτε την ψυχραιμία σας και να μην αφήνετε το παιχνίδι να σας αποπροσανατολίζει από τον εκάστοτε στόχο. Αν δίνετε προσοχή στα σχόλια του Μπράιαν όταν εξετάζει κάποια αντικείμενα ή στους διαλόγους του με τους διάφορους χαρακτήρες που συναντά, τότε οι πιθανότητές σας να ξεκολλήσετε θα αυξάνονται κατακόρυφα.

Όσον αφορά στο τεχνικό κομμάτι, οι σχεδιαστές της Pendulo άφησαν την αγνή αγάπη τους για τα κλασικά adventures της λεγόμενης «χρυσής εποχής» που μεσουρανούσαν οι Lucas Arts και Sierra να τους καθοδηγήσει, και έκλεισαν τ’ αφτιά τους στις Σειρήνες. Όπου «Σειρήνες» βάλτε τον επικρατούντα ψυχαναγκασμό της εποχής, ο οποίος δεν ήταν άλλος από την εμμονή με τις τρεις διαστάσεις. Τρεις διαστάσεις για χάρη των τριών διαστάσεων δυστυχώς, με ολέθριες συνέπειες για όλους τους επιμέρους τεχνικούς τομείς, είτε μιλάμε για αισθητική, είτε για gameplay, είτε για inventory system, είτε, είτε, είτε…

Κάποιοι διεκδικητές του θρόνου των adventures κατάλαβαν ότι οι απόπειρές τους αυτές ισοδυναμούσαν με «άκυρη εκκίνηση», υπό την έννοια ότι η τεχνολογία απλά δεν ήταν έτοιμη ακόμη για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες ενός adventure. Δυστυχώς, όμως, if you go 3D, you don’t go back. Και εγένετο 2,5D, ή με άλλα λόγια το μεγαλύτερο σφάλμα που έκαναν ποτέ οι δημιουργοί των adventures. Βλέπετε, στο χαρτί ακούγεται πανέξυπνη η ιδέα του να συνδυάζεις δυσδιάστατα backgrounds με τρισδιάστατους χαρακτήρες. Στην πράξη, όμως, το αποτέλεσμα φώναζε… kill me, αφού ενώ για τα backgrounds ο μόνος περιορισμός ήταν το ταλέντο του γραφίστα που αναλάμβανε να τα σχεδιάσει, για τα μοντέλα των χαρακτήρων οι τεχνολογικοί περιορισμοί επέτρεπαν στην καλύτερη πρωτόγονες καταστάσεις…

Κι όμως, κάποτε βλέπαμε αυτό το πράγμα και μας έπεφταν τα σαγόνια στο πάτωμα…

Όχι, μην κοιτάτε τον τίτλο, για το Runaway μιλάμε ακόμη. Ο λόγος που ανέφερα αυτές τις φαινομενικά άσχετες πληροφορίες είναι ότι οι Ισπανοί σχεδιαστές του ως απεδείχθη ήταν οι μόνοι που μπήκαν σε αυτό το ναρκοπέδιο με ανιχνευτές μετάλλου, αφού κατάφεραν να αποφύγουν όλες τις προαναφερθείσες νάρκες και να βρουν τη χρυσή τομή ανάμεσα στην τεχνολογία και στην τέχνη.

Για να μην παρεξηγηθώ, στο Runaway χρησιμοποιείται τρισδιάστατη απεικόνιση, αλλά γίνεται τόσο έξυπνα και – κυρίως – εύστοχα, που το πάντρεμά της με τα δυσδιάστατα backgrounds, κάθε ένα εκ των οποίων αποτελεί κι ένα μικρό αριστούργημα από μόνο του, είναι τόσο επιτυχημένο που καταντά… αδιόρατο. Ο σχεδιασμός των χαρακτήρων είναι ιδιαίτερος, αλλά επειδή το συγκεκριμένο επίθετο χρησιμοποιείται σε βαθμό κατάχρησης κι έχει χάσει το ειδικό του βάρος, θέλω να τονίσω ότι εννοώ κυριολεκτικά τη λέξη, με όλη τη σημασία της. Φαντάζομαι ότι σε κάποιους θα φαντάζουν από χοντροκομμένοι μέχρι αποκρουστικοί, αλλά εγώ θεωρώ ότι η συνεισφορά τους είναι τεράστια στο πραγματικά ξεχωριστό θέαμα που απολαύσαμε όσοι παίξαμε το παιχνίδι πίσω στις αρχές του αιώνα.

Αυτό, όμως, που δίνει μια νότα από Dragon’s Lair στο παιχνίδι και ζωντανεύει την ιστορία, δεν είναι άλλο από το εκπληκτικό animation του. Οι animators της Pendulo απέφυγαν τεμπέλικες λύσεις και αυτοματισμούς της συμφοράς, σχεδιάζοντας ξεχωριστά animations και mini cutscenes για σχεδόν κάθε ενέργεια, κάθε χαρακτήρα, από τον πρωταγωνιστή, μέχρι τον τελευταίο κομπάρσο. Έκλασε ο Μπράιαν; Cutscene. Φταρνίστηκε η Τζίνα; Cutscene. Οι δε cutscenes που εμφανίζονται μετά από κάθε κεφάλαιο θυμίζουν ταινία κινουμένων σχεδίων. Πάντα έδινε ιδιαίτερο βάρος σε αυτό το κομμάτι η Pendulo, πράγμα που άλλωστε δεν έκρυψε και ποτέ. Ειδικά για το Next Big Thing, η διαφημιστική της εκστρατεία βασίστηκε εν πολλοίς σε αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό, δηλαδή στο επιπέδου ταινίας κινουμένων σχεδίων animation.

“Ε, φιλαράκι, εδώ, σου μιλάω!”

Αλλά και η μουσική του παιχνιδιού δεν πάει πίσω. Φαντάζομαι πως οι συνθέτες που ανέλαβαν να τη γράψουν είχαν στενή σχέση με την όλη παραγωγή, αφού σπάνια θα πετύχετε πιο ταιριαστό soundtrack σε παιχνίδι. Μακράν αγαπημένο μου είναι το lounge κομμάτι που ακούγεται στο μουσείο, αλλά όλα τα κομμάτια είναι κομμένα και ραμμένα στις περιοχές και στις περιστάσεις που αφορούν, τόσο από πλευράς ύφους, όσο κι από πλευράς έντασης. Πολύ πιασάρικο είναι και το εισαγωγικό κομμάτι, με την τραγουδίστρια να θυμίζει κάτι ανάμεσα σε Shakira και Bjork.

Από την άλλη, οι ερμηνείες των ηθοποιών που υποδύθηκαν τους διάφορους ρόλους είναι κάπως άνισες, υπό την έννοια ότι σαν ερμηνείες αυτές καθαυτές είναι γενικά μέτριες, αλλά τουλάχιστον δεν μπορώ να τους κατηγορήσω για έλλειψη ενθουσιασμού, μια κατηγορία που έχω να προσάψω σε πολλούς ηθοποιούς που έχουν δουλέψει σε adventures της Daedalic. Όπως και να ‘χει, για κάποιον περίεργο λόγο οι ερμηνείες βελτιώνονται όσο προχωράει το παιχνίδι, με αυτή του Marc Biagi που υποδύθηκε τον Μπράιαν να είναι σε φάσεις ισάξια με αυτές των Rolf Saxon που υποδύθηκε τον George Stobbart στα παιχνίδια της σειράς Broken Sword και του ανεπανάληπτου Dominic Armato που υποδύθηκε τον Guybrush Threepwood σε όλα τα Monkey Island.

Η τρελοπαρέα.

Το Runaway – A Road Adventure θα μπορούσε να ήταν το εφαλτήριο μιας νέας χρυσής εποχής για τα adventures. Δυστυχώς, πέρα από τις άστοχες επιλογές των ίδιων τους των δημιουργών, τα adventures είχαν να αντιμετωπίσουν και τον ανελέητο ανταγωνισμό άλλων ειδών βιντεοπαιχνιδιών, κυρίως των FPS και Strategy, οι δημιουργοί των οποίων χρησιμοποίησαν πολύ πιο έξυπνα τα νέα εργαλεία που βρήκαν στη διάθεσή τους. Η ιστορία, όμως, έχει γραφτεί, και ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω. Και κατά την ταπεινή μου γνώμη καλύτερα ίσως, αφού τα adventures (με την point n’ click μορφή τους) ούτως ή άλλως μόνο σε ένα indie πλαίσιο θα μπορούσαν να επιβιώσουν.

Αυτή, όμως, είναι συζήτηση για άλλον τόπο και χρόνο. Αυτό που πρέπει να γνωρίζετε όσοι τυχόν δεν έχετε παίξει το Runaway και θα σας ενδιέφερε να βιώσετε μια old school adventure εμπειρία είναι ότι το παιχνίδι της Pendulo θα σας καλύψει σε ποσοστό 110%, αλλά ταυτόχρονα θα δοκιμάσει και τα νεύρα των λιγότερο υπομονετικών gamers οι οποίοι ενδέχεται να μην αντέξουν κάποιους παραλογισμούς και – κυρίως – το ανελέητο pixel hunting. Για εμένα, ήταν και παραμένει ορόσημο για τα adventures.

Ανακεφαλαίωση

Αν είχατε παίξει ή τερματίσει το Runaway στο παρελθόν και θέλετε να το θυμηθείτε για λόγους νοσταλγίας ή αν απλά η παρουσίαση που προηγήθηκε σας κίνησε μεν το ενδιαφέρον, αλλά όχι αρκετά ώστε να βάλετε να παίξετε παιχνίδι εικοσαετίας, τότε βρίσκεστε στο σωστό μέρος. Αν πάλι δεν είχατε παίξει το παιχνίδι και θέλετε να το δοκιμάσετε, τότε σταματήστε να διαβάζετε αμέσως, αφού ακολουθεί λεπτομερής παρουσίαση της πλοκής του.

Στην εισαγωγή του παιχνιδιού βλέπουμε τον Μπράιαν να ετοιμάζεται για το μακρύ ταξίδι του από τη Νέα Υόρκη στην Καλιφόρνια, όπου πηγαίνει για να σπουδάσει στο ξακουστό πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ. Πρώτα, όμως, αποφασίζει να πάει να παραλάβει ένα βιβλίο που είχε παραγγείλει από ένα τοπικό βιβλιοπωλείο. Ενώ οδηγεί αμέριμνος, πετάγεται μπροστά του μια αιθέρια ύπαρξη. Ο Μπράιαν δεν προλαβαίνει να φρενάρει, οπότε την τραυματίζει, ευτυχώς ελαφρά. Ως ευσυνείδητος πολίτης που είναι, τη μεταφέρει αμέσως στο νοσοκομείο.

Εκεί η κοπέλα τού λέει ότι τη λένε Τζίνα κι ότι τραγουδά σε ένα κλαμπ ονόματι Pink Iguana. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, εκείνο το βράδυ την επισκέφτηκε έντρομος ο πατέρας της, ο οποίος συμμετείχε σε ένα άκρως απόρρητο κρατικό πρόγραμμα. Της έδωσε έναν περίεργο σταυρό και της είπε να τον φυλάει σαν τα μάτια της. Η Τζίνα πρόλαβε οριακά να κρυφτεί, πριν έρθουν δύο μπράβοι και πάρουν σηκωτό τον πατέρα της.

Οι μπράβοι ήταν στη δούλεψη των περιβόητων αδελφών Σαντρέτι, δύο εκ των πιο αδίστακτων αρχιμαφιόζων της Νέας Υόρκης. Κατά την ανάκριση, ο ένας μπράβος επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο και σκοτώνει άθελά του τον πατέρα της Τζίνα. Στη θέα της δολοφονίας του, η Τζίνα βγάζει μια κραυγή και γίνεται αντιληπτή από τους μαφιόζους και τους μπράβους τους, οι οποίοι την παίρνουν στο κατόπι.

Η Τζίνα γίνεται μάρτυρας της δολοφονίας του ίδιου της του πατέρα.

Η Τζίνα παρακαλά τον Μπράιαν να μείνει στο πλευρό της, καθώς είναι σίγουρη ότι οι Σαντρέτι δεν θα ηρεμήσουν πριν την καθαρίσουν. Βλέποντας την απελπισία στα μάτια της, ο Μπράιαν δέχεται να μείνει. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή τα ηρεμιστικά που της χορήγησαν οι γιατροί ενεργούν και η Τζίνα πέφτει σε ύπνο βαθύ.

Ο Μπράιαν επινοεί έναν αρκετά ευφάνταστο τρόπο για να μπερδέψει τους δολοφόνους, αν τυχόν αποφασίσουν να επισκεφτούν την Τζίνα στο νοσοκομείο.

Τελικά η ιστορία της Τζίνα επιβεβαιώνεται εν μέρει τουλάχιστον, αφού όντως, ο ένας εκ των δύο μπράβων έρχεται να την επισκεφτεί, αλλά όχι με ευχές για καλή ανάρρωση. Έχοντας πια πειστεί δίχως αμφιβολία ότι η Τζίνα διατρέχει θανάσιμο κίνδυνο, ο Μπράιαν επινοεί έναν μάλλον υπερβολικά δραστικό τρόπο να την ξυπνήσει. Οι δυο τους μπαίνουν στο αμάξι του κι εξαφανίζονται.

Κι εμείς έχουμε παράπονα απ’ το ΕΣΥ ρε Μπράιαν, αλλά δεν κάψαμε και το νοσοκομείο.

Στο αμάξι η Τζίνα guilt-tripάρει τον Μπράιαν για να τη βοηθήσει να ανακαλύψει το μυστικό του σταυρού και μαζί του τον λόγο που δολοφονήθηκε ο πατέρα της. Η ευσυνειδησία του Μπράιαν σε συνδυασμό με τα προφανή θέλγητρα της Τζίνα ωθούν τον πρώτο να αναβάλει για λίγο το ταξίδι του για να τη βοηθήσει.

Ο Μπράιαν θυμάται ότι ένας φίλος του, ο Κλάιβ, δουλεύει σε ένα αρχαιολογικό μουσείο του Σικάγο και πιθανότατα θα μπορούσε να τους βοηθήσει να αποκρυπτογραφήσουν τον κώδικα του σταυρού. Με αναπτερωμένη την ελπίδα τους, οι δυο τους σπεύδουν στο μουσείο, όπου για κακή τους τύχη τους αναγνωρίζει ένα από τα τσιράκια των Σαντρέτι, ο οποίος και ενημερώνει αμέσως τους μπράβους τους για να έρθουν να τους τακτοποιήσουν.

Αγνοώντας τον κίνδυνο που διατρέχει, ο Μπράιαν προσπαθεί να πείσει την υπεύθυνη αποκατάστασης έργων τέχνης να παρατήσει ό,τι κάνει για να αποκαταστήσει τον σταυρό. Τελικά θα τα καταφέρει προκαλώντας της μια μικρή κρίση πανικού, και προσφέροντάς της καφέ από αρχαίους σπόρους που βρήκε στο μουσείο (!) Εξαπατώντας τον κουτοπόνηρο και τέρμα εκνευριστικό καθαριστή του μουσείου, ο Μπράιαν αποκτά πρόσβαση στον υπερσύγχρονο αναλυτή αρχαίων αντικειμένων χάρη στον οποίο μαθαίνει ότι ο σταυρός τελικά δεν είναι σταυρός με τη χριστιανική έννοια της λέξης, αφού οι δημιουργοί του ανήκαν στη φυλή των Ινδιάνων Χόπι της Αριζόνα.

Κι ενώ ο Μπράιαν μαθαίνει όλα αυτά τα ενδιαφέροντα πράγματα, οι μπράβοι των Σαντρέτι καταφτάνουν στο μουσείο, τρώνε τον καθαριστή για πρωινό (αυτό το καταχάρηκα να πω την αμαρτία μου) και αναγκάζουν τον Κλάιβ να τους δώσει τον Μπράιαν στεγνά. Φυσικά, η ανταμοιβή του Κλάιβ είναι η αναμενόμενη.

Την προδοσία πολλοί αγάπησαν, τον προδότη…

Στη συνέχεια, οι μπράβοι βουτάνε τον Μπράιαν και την Τζίνα, τους πετάνε σε ένα ελικόπτερο και τους πάνε στην έρημο για να τους ανακρίνουν με την ησυχία τους. Όσο οι μπράβοι ανακρίνουν την Τζίνα, ο Μπράιαν καταφέρνει να δραπετεύσει.

Πριν καλά καλά προλάβει να συνειδητοποιήσει την κατάσταση που βρίσκεται, πετάγονται από το πουθενά τρεις drag queens που ζητούν τη βοήθειά του. Το πούλμαν τους έχει χαλάσει εδώ και μια βδομάδα και δεν έχουν τρόπο να το επισκευάσουν.

Με τη βοήθεια των drag queens, ο Μπράιαν καταφέρνει να εξουδετερώσει τον φουσκωτό που φυλάει το ελικόπτερο των μαφιόζων, να αποσπάσει την προσοχή τους ώστε να μπορέσει να ελευθερώσει την Τζίνα και τέλος να τους καθυστερήσει μέχρι να μπει όλη η τρελοπαρέα στο ελικόπτερο και να φύγουν μακριά.

Επόμενος σταθμός, η έρημος όπου ζούσαν οι Ινδιάνοι Χόπι. Δυστυχώς, η αναζήτηση του χαμένου τους χωριού δεν ξεκινά καλά, αφού η Τζίνα πέφτει σε μια τρύπα και σκοτώνεται!

Απαρηγόρητος, ο Μπράιαν ορκίζεται να λύσει το μυστήριο του σταυρού για να τιμήσει τη μνήμη της. Ενώ αναρωτιέται από πού να ξεκινήσει, εμφανίζεται από το πουθενά ένας τύπος που αυτοσυστήνεται ως Γουπούτσιν, τελευταίος αρχηγός των Χόπι. Ο Γουπούτσιν αποκαλύπτει στον Μπράιαν ότι ο σταυρός που έχει στοιχίσει τόσες ζωές δεν είναι σταυρός, αλλά κλειδί. Εν συνεχεία, τον παραινεί να βρει το χαμένο χωριό των Χόπι.

Το χάσαμε το κορμί πατριώτηηηη…

Ο Μπράιαν αναζητά στοιχεία σε μια κοντινή πόλη φάντασμα ονόματι Ντάγκλασβιλ, που μοιάζει βγαλμένη από τα σπαγγέτι γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε. Τελικά αποδεικνύεται ότι η πόλη δεν είναι εντελώς εγκαταλειμμένη, αφού έχει τρεις κατοίκους. Τον Ρούτκγερ, ο οποίος δηλώνει γεωπόνος με ειδίκευση σε φυτά συγκεκριμένων… ιδιοτήτων, τον Κέβιν, έναν καλλιτέχνη της σχολής της μοντέρνας γλυπτικής, και τη Σούσι, μία χάκερ πρώτης γραμμής, η οποία κληρονόμησε την πόλη από τον προπάππου της ο οποίος και την ίδρυσε.

Η Σούσι λέει στον Μπράιαν ότι ο προπάππους της είχε έναν χάρτη που έδειχνε πώς να πας στο χωριό τον Χόπι μέσα από τα ορυχεία. Το πρόβλημα είναι ότι ο μεν χάρτης είναι κλεισμένος σε ένα θαμμένο χρηματοκιβώτιο, η δε είσοδος του ορυχείου είναι σφραγισμένη με έναν τεράστιο βράχο.

Με τη βοήθεια των κατοίκων της Ντάγκλασβιλ, ενός παλαβού κυνηγού εξωγήινων και ενός καλοκάγαθου γίγαντα – και φυσικά και χάρη στην εξυπνάδα του – ο Μπράιαν καταφέρνει να βρει τον χάρτη και να ανοίξει την είσοδο του ορυχείου.

Εκεί τον περιμένει μια ευχάριστη έκπληξη, υπό τη μορφή της βαριά τραυματισμένης μεν, ζωντανής δε, Τζίνα. Με αναπτερωμένο το ηθικό μετά από την απρόσμενη αυτή εξέλιξη, ο Μπράιαν καταφέρνει να μπει στο άβατο των Χόπι με τον σταυρό/κλειδί. Εκεί βρίσκει τον Γουπούτσιν, ο οποίος του δίνει ένα βάζο γεμάτο με φορμαλδεΰδη, μέσα στην οποία κολυμπάει ένα δάχτυλο.

Γι’ αυτό έγινε όλη η ιστορία; Ίου.

Ο γέρο-αρχηγός δεν του δίνει καμία άλλη εξήγηση, οπότε αντί να βρει τη λύση στο μυστήριο, ο Μπράιαν απλά οδηγείται σε ένα ακόμη μεγαλύτερο.

Πάνω στην απελπισία του και μην έχοντας κανένα άλλο στοιχείο που θα μπορούσε να ακολουθήσει, ο Μπράιαν καταφεύγει σε μία ντόπια πνευματίστρια προκειμένου να επικοινωνήσει με τον πατέρα της Τζίνα.

Κι εδώ έρχεται η ανατροπή του αιώνα, αφού στη σεάνς αποκαλύπτεται ότι αυτός που έδωσε τον σταυρό στην Τζίνα δεν ήταν ο πατέρας της, αλλά ένας μικροαπατεώνας ονόματι Τζόνι ο Ινδιάνος.

Τέσσερα χρόνια πριν, ο Τζόνι είχε συμμετάσχει σε μία ληστεία που είχαν οργανώσει οι Σαντρέτι με λεία 20 εκατομμύρια δολάρια. Δυστυχώς για τους κλέφτες, κάποιος ειδοποίησε την αστυνομία, η οποία τους έστησε ενέδρα στο γκαράζ όπου είχαν συμφωνήσει να παραδώσουν τα λεφτά στους άνδρες των Σαντρέτι.

Ο μόνος που κατάφερε να διαφύγει ήταν ο Τζόνι, ο οποίος όμως συνελήφθη δύο ημέρες αργότερα κοντά στα σύνορα του Μεξικού, χωρίς τα κλοπιμαία. Ο Τζόνι ορκιζόταν σε θεούς και δαίμονες ότι δεν είχε πάρει φράγκο από το γκαράζ. Δυστυχώς για τον ίδιο, οι Σαντρέτι δεν τον πίστεψαν, οπότε με το που βγήκε από τη φυλακή τον περίμεναν στη γωνία.

Εμ, φίλε Τζόνι, όποιος ανακατεύεται με τη μαφία, τον τρώνε τα ψάρια.

Αναγκασμένη να κόψει τα παραμύθια, η Τζίνα εξηγεί στον Μπράιαν ότι εκείνο το μοιραίο βράδυ που συναντήθηκαν τόσο επεισοδιακά οι δρόμοι τους, ο Τζόνι είχε γίνει σκνίπα κι είχε πάει στο κλαμπ όπου η ίδια δούλευε ως στριπτιζέζ – και όχι ως τραγουδίστρια – για να της προτείνει να το σκάσουν μαζί. Από εκεί και πέρα, η ιστορία της ήταν αληθινή, με την εξαίρεση ότι το θύμα των Σαντρέτι ήταν ο Τζόνι και όχι ο πατέρας της.

Η Τζίνα δικαιολογείται στον Μπράιαν λέγοντάς του ότι του είπε ψέματα γιατί ήξερε ότι αν δεν έβρισκε τα λεφτά για να τα χρησιμοποιήσει ώστε να εξαφανιστεί, οι Σαντρέτι αποκλείεται να την άφηναν ζωντανή. Και ήξερε ότι αν του έλεγε την αλήθεια, αποκλείεται να τη βοηθούσε.

Ο Μπράιαν δεν τη συγχωρεί, αλλά από την άλλη δεν μπορεί και να την αφήσει αβοήθητη. Με λίγη έρευνα ακόμη, και χάρη στην πολύτιμη βοήθεια της Σούσι, ο Μπράιαν ανακαλύπτει ότι ο Τζόνι είχε στείλει την ίδια του την αδελφή να βάλει τα λεφτά στη θυρίδα μίας τράπεζας η οποία φημίζεται για την εχεμύθειά της. Μάλιστα, οι θυρίδες ανοίγουν μόνο μέσω δαχτυλικού αποτυπώματος.

Το πτώμα της αδελφής του Τζόνι είχε ξεβραστεί στην όχθη ενός ποταμού τέσσερα χρόνια πριν. Ενώνοντας τις τελίτσες, ο Μπράιαν συνειδητοποιεί ότι αφού έβαλε την αδελφή του να κάνει τη βρομοδουλειά για χάρη του, τη σκότωσε και την πέταξε στο ποτάμι, κρατώντας φυσικά το δάχτυλό της ώστε να μπορέσει να ανοίξει τη θυρίδα, όταν θα έβγαινε από τη φυλακή. Με την αστυνομία στο κατόπι του, ο Τζόνι έκρυψε το δάχτυλο στο πιο ασφαλές σημείο που γνώριζε, δηλαδή στο άβατο των Χόπι, στη φυλή των οποίων ανήκε και ο ίδιος.

Πριν ο Μπράιαν προλάβει να χωνέψει τις συγκλονιστικές αυτές αποκαλύψεις, καταφτάνουν στην Ντάγκλασβιλ οι αδίστακτοι μπράβοι των Σαντρέτι. Ο Μπράιαν καταφέρνει να τους αιχμαλωτίσει, αλλά γνωρίζει ότι αυτό δεν θα αρκέσει, αν θέλει να ξεφορτωθεί μια και καλή τους Σαντρέτι.

Συνδυάζοντας την εξυπνάδα του με την πονηριά και τις τεχνολογικές ικανότητες της Σούσι, ο Μπράιαν καταφέρνει όχι μόνο να πείσει τους Σαντρέτι ότι ο ίδιος και η Τζίνα είναι νεκροί, αλλά και ότι οι μπράβοι τους σκόπευαν να καβατζώσουν τα λεφτά και να κάνουν τους ανήξερους.

Η Σούσι υποδύεται τον μπράβο για να πείσει τους Σαντρέτι ότι ο Μπράιαν και η Τζίνα είναι νεκροί, και οι μπράβοι τους προδότες.

Έχοντας απαλλαχθεί από τους Σαντρέτι και τους μπράβους τους, ο Μπράιαν και η Τζίνα πάνε στην τράπεζα και χρησιμοποιώντας το δάχτυλο της μακαρίτισσας αδελφής του Τζόνι, σηκώνουν τα 20 εκατομμύρια της ληστείας. Στη συνέχεια αράζουν σε ένα υπερπολυτελές ξενοδοχείο του Λας Βέγκας μέχρι να ηρεμήσουν λίγο τα πράγματα και να βεβαιωθούν ότι δεν τους αναζητά κανείς. Στη διάρκεια της διαμονής τους, ο Μπράιαν συγχωρεί την Τζίνα για τα ψέματα που του είπε. Πώς να τον έριξε άραγε…

Πριν φύγουν από το ξενοδοχείο, ο Μπράιαν και η Τζίνα διαβάζουν σε μία εφημερίδα ότι τα πτώματα δύο γνωστών γκάνγκστερ βρέθηκαν πεταμένα σε ένα σοκάκι της Νέας Υόρκης, με κάμποσα κιλά μολύβι μέσα τους.

Όλα τα καλά, όμως, κάποτε φτάνουν στο τέλος τους. Κακά τα ψέματα, δεν πετάς στα σκουπίδια μια υποτροφία από το Μπέρκλεϊ ελαφρά τη καρδία. Εκτός αν στην άλλη πλευρά της ζυγαριάς βρίσκονται ατέλειωτες διακοπές σε εξωτικά νησιά με τη γυναίκα των ονείρων σου.